Connect with us

Έργα πόλης

Ψηλότερα κτίρια και περισσότερο ελεύθερο χώρο υπόσχεται ο νέος Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός!

Δημοσιεύθηκε

στις

Περισσότερους ορόφους, απελευθέρωση χώρων και αποσύρσεις εγκαταλειμμένων κτιρίων, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ο νέος Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (ΓΟΚ) που προωθεί το υπουργείο Περιβάλλοντος. Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η αύξηση του συντελεστή δόμησης στις αστικές περιοχές, αρκεί να μην υπάρχουν ειδικοί περιορισμοί (π.χ. αρχαιολογικοί).

Στο ίδιο πλαίσιο, μεταξύ άλλων:

– σχεδιάζεται ο συνυπολογισμός των ημιυπαίθριων χώρων στα τετραγωνικά ενός κτιρίου,
– δίνονται κίνητρα για βιοκλιματικό σχεδιασμό, με γνώμονα την αύξηση του χώρου πρασίνου,
– τα διαμερίσματα του ισογείου και του πρώτου ορόφου απομακρύνονται από τον δρόμο, ώστε μπροστά τους να υπάρχει χώρος για πρασιά,
– προκρίνονται οι πράσινες ταράτσες και προσόψεις και
– προτείνεται η υποχρεωτική τοποθέτηση φωτοβολταϊκών στις ταράτσες των νέων κατασκευών.

Ο νέος ΓΟΚ προτάσσει την ποιότητα ζωής και το φυσικό περιβάλλον ως αδιαπραγμάτευτες αξίες ακόμα και σε μια πυκνοδομημένη αστική περιοχή και, υπό αυτό το πρίσμα, για τη δημιουργία ελεύθερων χώρων, κρίνει απαραίτητες τις συνενώσεις οικοπέδων, ενώ, για τους ίδιους λόγους, δίνει μεγαλύτερο ύψος στα κτίρια, αρκεί η κατασκευή να έχει μικρότερη κάλυψη.

Τόνωση της οικοδομής

Αν και στην παρούσα φάση όλα τα προαναφερθέντα αποτελούν, σύμφωνα με το υπουργείο, «πρώιμες ασκήσεις επί χάρτου», αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι διατηρούν επιφυλάξεις σε σχέση με την αποτελεσματικότητα αλλά και την ορθότητά τους. Οσο για το Τεχνικό Επιμελητήριο, αρνείται να σχολιάσει, τονίζοντας απλώς ότι οι διεργασίες για τη σύνταξη του νέου ΓΟΚ έγιναν «κεκλεισμένων των θυρών».

«Η αύξηση του συντελεστή δόμησης χρησιμοποιείται ως κίνητρο τόνωσης της οικοδομής που έχει πληγεί από την οικονομική κρίση», υποστηρίζει ο ο?ότι?ος καθηγητής Πολεοδο?ίας στο ΕΜΠ Θανάσης Αραβαντινός. «Στόχος μας θα έπρεπε να είναι η μείωσή του από το 4 και το 5, που φτάνει σήμερα, στο 2,4 και όχι η αύξηση. Σε περιοχές, μάλιστα, όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί, δεν νοείται να ανεγερθούν ψηλότερα κτίρια, καθώς θα λειτουργήσουν σε βάρος των παλαιών: τα πρώτα θα έχουν το προνόμιο της θέας, ενώ τα δεύτερα θα σκιαστούν κ.ο.κ.».

Ο καθηγητής δεν αντιτίθεται στην κατασκευή «ουρανοξυστών», εν γένει, αλλά θεωρεί ότι η πρόβλεψη αυτή θα εφαρμοζόταν μόνο σε κτίρια γραφείων και όχι σε κατοικίες και πάντα με την προϋπόθεση ότι θα υπάρχει μεγάλη ελεύθερη έκταση γύρω από αυτά. «Δεν είναι λειτουργικοί για μια οικογένεια: αφενός την κάνουν σκλάβο των τεχνολογιών πολυτελείας, όπως είναι το ασανσέρ -το οποίο, σημειωτέον, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από παιδιά κάτω των 12 ετών, ενώ προκαλεί προβλήματα και στους ηλικιωμένους, για να μην πούμε και για τις συχνές διακοπές ρεύματος- και ταυτόχρονα είναι απαγορευτικές για μια μητέρα, η οποία προφανώς και αδυνατεί να παρακολουθεί το παιδί της που θα παίζει 10 ορόφους πιο κάτω».

Ποσοστό κάλυψης

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα από το 2000 ΓΟΚ (με τις τροποποιήσεις του 2009 και του 2010), το επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης ενός οικοπέδου στην Αθήνα δεν μπορεί να υπερβαίνει το 70% της επιφάνειάς του. Ως εκ τούτου, για να χτίσει κάποιος πρέπει να αφήσει το υπόλοιπο 30% ακάλυπτο. Σε άλλα σημεία της πόλης, όπως για παράδειγμα στο Παλαιό Ψυχικό, που είναι περιοχή αμιγούς κατοικίας, τα ποσοστά αυτά αλλάζουν σε 40% και 60%, αντίστοιχα.

¶λλαξε 26 φορές!

Σκοπός του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ), όπως αναφέρεται στον σχετικό νόμο 1577/1985 -ο οποίος, με τροποποιήσεις, ισχύει από τις 13/6/2000- είναι «ο καθορισμός όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων για την εκτέλεση οποιασδήποτε κατασκευής εντός ή εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών, ώστε να προστατεύεται το φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον, καθώς και να εξυπηρετείται το κοινωνικό συμφέρον». Πρώτη φορά νομοθετήθηκε το 1929, για να τροποποιηθεί μέχρι σήμερα 26 φορές!

Μέχρι σήμερα, για τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης που πραγματοποιείται στο οικόπεδο προσμετρώνταν οι επιφάνειες των στεγασμένων και κλειστών από όλες τις πλευρές χώρων του κτιρίου, οποιασδήποτε χρήσης, σε όλους τους ορόφους, καθώς και τα υπόγεια. Υπολείπονταν εξώστες, ημιυπαίθριοι χώροι, αρχιτεκτονικά στοιχεία, προστεγάσματα και σκίαστρα, στεγασμένοι χώροι για τη στάθμευση αυτοκινήτων, πιλοτές κ.λπ. Πλέον, βάσει του νέου ΓΟΚ, οι πολυσυζητημένοι ημιυπαίθριοι -που μέχρι σήμερα περιελάμβαναν το 15% επί του συνόλου του κτιρίου- ενσωματώνονται στον συντελεστή δόμησης, δηλαδή συνυπολογίζονται στα τετραγωνικά μιας κατοικίας – και αποτυπώνονται αναλόγως, προφανώς, και στους λογαριασμούς της ΔΕΗ.

Διίστανται οι απόψεις

Οι απόψεις σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα διίστανται. Κάποιοι διαφωνούν, θεωρώντας ότι εντάσσοντας τον ημιυπαίθριο στα τετραγωνικά του σπιτιού, μειώνονται οι δυνατότητες δημιουργικής διαμόρφωσης ενός κτιρίου. Με άλλα λόγια, μειώνεται το «παιχνίδι» των κενών και του όγκου που δίνει αέρα και χαρακτήρα σε ένα κτίριο. Ουσιαστικά, σύμφωνα με την ίδια άποψη, η διάταξη θα οδηγήσει στην οριστική κατάργηση του ημιυπαίθριου, καθώς δύσκολα κάποιος θα αποφασίσει να «θυσιάσει» κάποια τετραγωνικά μέτρα του σπιτιού του για τη δημιουργία «ανοιχτών στεγασμένων χώρων», όπως θα αποκαλούνται στο εξής οι ημιυπαίθριοι.

Αλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι η απόφαση είναι θετική και ότι ίσως με αυτόν τον τρόπο μπει φρένο στην αυθαιρεσία. «Ο ημιυπαίθριος γεννήθηκε ως ένα εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει τον αρχιτέκτονα στη δημιουργία πιο ενδιαφερουσών κατασκευών, αλλά και επειδή ένας τέτοιος χώρος είναι ιδανικός για μια χώρα με το κλίμα της Ελλάδας», λέει στη Real planet η αρχιτέκτονας Λίνα Σπάρη. «Στη συνέχεια, όμως, καταστρατηγήθηκε και κατέληξαν να σχεδιάζονται ημιυπαίθριοι με την προοπτική ότι θα κλειστούν άμεσα. Το νέο μέτρο μπορεί να εξασφαλίζει ότι δεν θα γίνονται παρανομίες, όμως δεν μας εγγυάται καλύτερη ποιότητα εσωτερικού χώρου και περιβάλλοντος γενικότερα».

Ο Θ. Αραβαντινός είναι υπέρ του συνυπολογισμού και προτείνει οι αρχιτέκτονες να καταφύγουν στις νέες τεχνολογίες, ώστε να κατασκευάσουν «ευέλικτους» ημιυπαίθριους, οι οποίοι, δηλαδή, θα μπορούν να κλείνουν τον χειμώνα και να ανοίγουν το καλοκαίρι.

Δημιουργούνται ελεύθεροι χώροι με την κατεδάφιση οικοδομών

Η «απόσυρση κτιρίων» δεν εισάγεται για πρώτη φορά στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Σχετικός νόμος (N. 3201/2003) είχε θεσπιστεί από τον τότε υπουργό Αιγαίου και νυν αναπληρωτή υπουργό Περιβάλλοντος Νίκο Σηφουνάκη. Αφορούσε εκείνες τις οικοδομές που κρίνονταν «μη συμβατές με την ανθρώπινη κλίμακα και το μέτρο που διακρίνει την αρχιτεκτονική των νησιών του Αιγαίου ανά τους αιώνες».

Στόχος του νόμου ήταν η εισαγωγή μιας νέας πρακτικής «προστασίας και ανάδειξης του φυσικού περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας των νησιών, σύμφωνα με την οποία κάθε κτίριο ή συστάδα κτιρίων αντιμετωπίζεται μεμονωμένα ως ουσιαστικός παράγοντας διαμόρφωσης του ευρύτερου αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος». Αν και ο νόμος δεν εφαρμόστηκε κατά γράμμα, σε άλλες πιο διορατικές χώρες από την Ελλάδα, όπως η Ισπανία και η Μάλτα, οι οποίες θέλησαν να ανανεώσουν το τουριστικό προφίλ τους, λειτούργησε αποτελεσματικά ήδη από τη δεκαετία του ?90.

Φιλοδοξία του νέου ΓΟΚ είναι το μέτρο να προσαρμοστεί και να εφαρμοστεί και στα μεγάλα αστικά κέντρα που μετρούν πολλά κτίρια, τα οποία έχουν ολοκληρώσει εδώ και δεκαετίες τον κύκλο ζωής τους. Από τη νέα δόμηση θα μπορούσε να προκύψει όφελος για την πόλη, όπως μεγάλοι ελεύθεροι χώροι πρασίνου κ.λπ.

Υποχρεωτικά τα φωτοβολταϊκά

Στόχος του νέου ΓΟΚ είναι να μειωθεί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των κτιρίων. Εξ ου και δίνονται κίνητρα για βιοκλιματικό σχεδιασμό, ο οποίος θα περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση υλικών φιλικών για το περιβάλλον, επιπλέον στοιχεία που θα συμβάλλουν στον φυσικό αερισμό, τον δροσισμό και τη σκίαση, καθώς και για την κατασκευή πράσινων ή ψυχρών ταρατσών και προσόψεων.

Επίσης, όπως είχε αναφέρει πρόσφατα ο υπουργός Περιβάλλοντος Γιώργος Παπακωνσταντίνου, μέσω του νέου ΓΟΚ προωθείται και «ένα είδος υποχρεωτικότητας στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στα καινούργια κτίρια».

Ωστόσο, το πρόβλημα πρασίνου -ειδικά στην Αθήνα- παραμένει: «Οι πράσινες ταράτσες δεν υποκαθιστούν το πράσινο στο χώμα», λέει ο Θ. Αραβαντινός και προσθέτει: «Το πρόβλημα της Αθήνας είναι ότι έχει πολύ λίγο δημόσιο χώρο. Σε κάθε κάτοικό της αντιστοιχούν 2,3-3 τ.μ. πρασίνου, τη στιγμή που θα έπρεπε να έχουμε τουλάχιστον 10 τ.μ., με ιδανικό το 20. Αυτό το ποσοστό πρέπει να αυξηθεί, όχι να δημιουργηθούν πράσινες ταράτσες».

real.gr

Facebook

Ετικέτες

δημοφιλη θεματα