Connect with us

Κτιριακά Έργα

Η επίσημη στρατηγική για το “Εξοικονομώ” Ιδιωτικών και Δημόσιων Κτιρίων

Δημοσιεύθηκε

στις

Εγκρίθηκε και επισημοποιήθηκε με τη δημοσίευση σχετικού ΦΕΚ η Έκθεση Μακροπρόθεσμης Στρατηγικής Ανακαίνισης του Δημόσιου και Ιδιωτικού Κτιριακού Αποθέματος και μετατροπής του σε κτιριακό δυναμικό απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές και υψηλής ενεργειακής απόδοσης έως το έτος 2050, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 2Α του ν. 4122/2013.

Σύμφωνα με την Έκθεση, η Μακροπρόθεσμη Στρατηγική για την Ανακαίνιση του Κτιριακού Αποθέματος αποτελεί δέσμευση της Ελληνικής Κυβέρνησης στο πλαίσιο εφαρμογής του ν. 4122/2013 (Α’ 42) με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2010/31/ΕΕ(L 153) για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (ΟΕΑΚ), όπως αυτή αναθεωρήθηκε το 2018 με την Οδηγία (ΕΕ) 2018/844 (L 1561).

Με τη Μακροπρόθεσμη Στρατηγική δίνεται ιδιαίτερη έμφαση και αναδεικνύεται η σπουδαιότητα του τομέα της ενεργειακής αναβάθμισης του κτιριακού αποθέματος, αποτελούμενου από κατοικίες και εμπορικά κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά, με στόχο τη μετατροπή του σε υψηλής ενεργειακής απόδοσης και απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές κτιριακό απόθεμα έως το 2050, διευκολύνοντας την οικονομικά αποδοτική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

Διαβάστε παρακάτω τι αναφέρεται στην έκθεση αναφορικά με τα σενάρια της μακροχρόνιας στρατηγικής με ορίζοντα το 2050:

5.4 Η ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 2050

Όπως αναφέρθηκε ήδη, η ΜΣ50 προσφέρει τη μεθοδολογική βάση για την εκπόνηση της Μακροπρόθεσμης Στρατηγικής Ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος, αξιολογώντας εναλλακτικές λύσεις προς μία οικονομία που θα προσεγγίσει την κλιματική ουδετερότητα.

Σκοπός των μέτρων και των πολιτικών είναι η δραστική μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2050 και η επεξεργασία δύο στρατηγικών, μίας που στοχεύει σε μείωση των εκπομπών, έτσι όπως απαιτείται στο πλαίσιο της επιδίωξης για τους 2°C, και μίας για την κλιματική ουδετερότητα που στοχεύει σε μείωση των εκπομπών για την επιδίωξη του 1.5°C.

Το σύνολο των επενδυτικών δαπανών για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων είναι αρκετά μεγαλύτερο στα σενάρια ΕΕ συγκριτικά με τα σενάρια NC, το οποίο είναι παρόμοιας τάξης μεγέθους με το ΕΣ Ε Κ για την περίοδο 2020-2030.

Η εξοικονόμηση ενέργειας σε όλους τους τομείς της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έχει θεμελιώδη σημασία για την ενεργειακή μετάβαση και την οικονομική αποδοτικότητα.

Για τον κτιριακό τομέα συγκεκριμένα, οι στόχοι των σεναρίων της ΜΣ50 βασίζονται στην επιδίωξη το κτιριακό απόθεμα να πλησιάσει το 2050 προδιαγραφές σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας, δηλαδή να αποτελείται από κτίρια με πολύ υψηλή ενεργειακή απόδοση, των οποίων η σχεδόν μηδενική ή πολύ χαμηλή ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών, να αντισταθμίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από ΑΠΕ, χρησιμοποιούμενες είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω αντλιών θερμότητας.

Ποσοτικά, η ενεργειακή αναβάθμιση των παλαιών κτιρίων έχει τη μεγαλύτερη σημασία για την εξοικονόμηση ενέργειας λόγω και του σχετικά αργού ρυθμού ανανέωσης του κτιριακού αποθέματος. Τα σενάρια προς την κλιματική ουδετερότητα προβλέπουν σχεδόν πλήρη αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος μέχρι το 2050 και εφαρμογή αυστηρών ενεργειακών προδιαγραφών για τα νέα κτίρια.

Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης εξαρτάται επίσης από την επιλογή συσκευών και εξοπλισμών προηγμένης ενεργειακά τεχνολογίας και απόδοσης. Τα σενάρια υποθέτουν ότι οι κανονισμοί eco-design εφαρμόζουν προοδευτικά αυστηρότερες προδιαγραφές ενώ η βιομηχανία είναι σε θέση να παράγει προηγμένα τεχνολογικά προϊόντα, σε σχετικά μειούμενο κόστος με την πάροδο του χρόνου.

Ενώ η ωφέλιμη ενέργεια σε όλες τις χρήσεις αυξάνεται στα κτίρια μέσω της μεγέθυνσης των πραγματικών εισοδημάτων, η τελική ενεργειακή κατανάλωση θα μειωθεί σημαντικά προς το 2050 λόγω βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Σε αυτό συμβάλλει και ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης μέσω αντλιών θερμότητας, οι οποίες είναι ιδιαίτερα αποδοτικές , ακολουθούν τροχιά μειούμενου κόστους και συνδυάζονται αποτελεσματικά με ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων.

6 ΣΕΝΑΡΙΑ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΣΤΑ ΚΤΙΡΙΑ

6.1 ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ

6.1.1 Τελική ενεργειακή κατανάλωση κτιρίων

Η πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα που περιγράφεται στα σενάρια της ΜΣ50 περιλαμβάνει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους και πολιτικές για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στον κτιριακό τομέα. Το σύνολο του κτιριακού τομέα το 2030 θα επιτύχει μείωση 8% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015, ενώ ήδη στο σενάριο ΕΣΕ Κ-2050 η μείωση το 2050 είναι ίση με 20% συγκριτικά με το 2015 (Σχήμα 20). Στα σενάρια που στοχεύουν στην ενισχυμένη ενεργειακή απόδοση (EE2C και EE1.5C) η μείωση της συνολικής κατανάλωσης του κτιριακού τομέα είναι ακόμα πιο έντονη.

Συγκεκριμένα στο σενάριο όπου η προσπάθεια είναι συνεπής με τον κλιματικό στόχο του 1.5°C, ο βαθμός μείωσης διπλασιάζεται, υπερβαίνοντας το 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015. Σε σχέση με την κατανομή της προσπάθειας μεταξύ του οικιακού και του τριτογενούς τομέα, σε όλα τα σενάρια παρατηρείται μια μικρή μείωση του μεριδίου του οικιακού τομέα στο σύνολο της κατανάλωσης κτιρίων το 2050 σε σχέση με το 2015, δεδομένου ότι οι παρεμβάσεις στον οικιακό τομέα είναι μεγαλύτερης έντασης.

Στον οικιακό τομέα, ταυτόχρονα με την μείωση της συνολικής ζήτησης, παρατηρείται μια ραγδαία μεταβολή του ενεργειακού μείγματος σε σχέση με το 2015 σε όλα τα σενάρια. Ήδη από το 2030 , στο ΕΣΕΚ-2030 η χρήση πετρελαίου μειώνεται κατά 90%, υποκαθιστάμενη από το φυσικό αέριο, τις ΑΠΕ και τον ηλεκτρισμό αλλά και λόγω της εξοικονόμησης ενέργειας.

Ταυτόχρονα μειώνεται σημαντικά η χρήση της συμβατικής βιομάζας, με ιδιαίτερα οφέλη για την ποιότητα του αέρα και τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, που παρατηρείται στα στατιστικά στοιχεία τα τελευταία χρόνια. Το 2050, τα σενάρια κλιματικής ουδετερότητας της ΜΣ50 περιλαμβάνουν την οριστική εξάλειψη της χρήσης πετρελαίου στον οικιακό τομέα, ενώ ειδικά τα σενάρια ΕΕ1.5 και NC1.5 προβλέπουν ριζική απεξάρτηση της τελικής κατανάλωσης από ορυκτά καύσιμα.

Στα σενάρια αυτά , καθώς και στο NC 2, το φυσικό αέριο υποκαθίσταται από συνθετικό μεθάνιο και υδρογόνο που έχει μηδενικές εκπομπές, δεδομένου ότι η παραγωγή του έχει πραγματοποιηθεί με χρήση ηλεκτρισμού μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος.

Ο εξηλεκτρισμός είναι το κύριο χαρακτηριστικό της αλλαγής του ενεργειακού συστήματος τόσο στο ΕΣΕΚ- 2030 όσο και στα σενάρια της ΜΣ50, παράλληλα πάντα με την απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρισμού. Όπως αναλύεται στις παρακάτω ενότητες, η μετάβαση αυτή στον κτιριακό τομέα οφείλεται στη μεγαλύτερη διείσδυση ηλεκτρικών οικιακών συσκευών στα νοικοκυριά (λευκές συσκευές, Η/Υ κ.α.) αλλά κα ι στη μεγάλη χρήση αντλιών θερμότητας.

Η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας το 2030 θα αυξηθεί κατά 20% σε σχέση με το 2015, παρά τη μείωση της συνολικής ζήτησης, καλύπτοντας το 47% του συνόλου, ενώ το 2050 αντίστοιχα η διείσδυση της ηλεκτρικής ενέργειας θα φτάσει μέχρι και 81% στο ΕΕ1.5 σενάριο, καθώς αυξάνεται σημαντικά η χρήση των αντλιών θερμότητας λόγω του μεγάλου βαθμού απόδοσής (COP) τους για την κάλυψη αναγκών θέρμανσης και ψύξης, αλλά και της ανακαίνισης του κελύφους που επιτρέπει τη βέλτιστη χρήση του συστήματος αντλίας.

Στον τομέα των υπηρεσιών οι αλλαγές που παρατηρούνται στο ενεργειακό μείγμα είναι λιγότερο έντονες , δεδομένου ότι ο ηλεκτρισμός παρείχε ήδη το 2015 το 73% της συνολικής τελικής ζήτησης ενέργειας. Το 2030 η χρήση ηλεκτρισμού θα αυξηθεί στο 87%, ενώ το 2050 ο ηλεκτρισμός θα καλύψει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών αναγκών των κτιρίων του τριτογενούς τομέα. Η εισαγωγή συστημάτων αντλίας θερμότητας ευνοείται από την ανάγκη για εγκατάσταση μονάδων θέρμανσης/ ψύξης/αερισμού μεγάλης ισχύος.

6.1.2 Ανακαίνιση κελύφους κτιρίων

Οι παρεμβάσεις στο κέλυφος του κτιρίου αποτελούν πρωταρχικό μέτρο ενεργειακής αναβάθμισης. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ενεργειακής αναβάθμισης κελύφους θα παραμείνει μεγαλύτερος στα οικιακά κτίρια σε σχέση με τα υπόλοιπα κτίρια σε όλη την περίοδο 2015-2050 και θα παρουσιάσει μεγάλη αύξηση σε σχέση με τα επίπεδα του 2015 ήδη μέχρι το 2030.

Ιδιαίτερα στο σενάριο ΕΕ2 της ΜΣ50, όπου δίνεται έμφαση στην εξοικονόμηση ενέργειας, ο μέσος ετήσιος ρυθμός θα διπλασιαστεί από τον αντίστοιχο του 2015 και φτάνει το 1.6% ετησίως το 2050, με αποτέλεσμα την κατά 46% μέση μείωση της ζήτησης ωφέλιμης ενέργειας. Σε ό,τι αφορά την περίοδο 2030 -2050, στο αντίστοιχο σενάριο, που είναι συμβατό με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας (EE1.5), παρατηρείται ο μέγιστος ρυθμός ανακαίνισης του κτιριακού κελύφους, και αφορά σε παρεμβάσεις μέτριας και ριζικής ανακαίνισης.

Η μεγαλύτερη αύξηση του ρυθμού ανακαίνισης κελύφους παρατηρείται στα κτίρια των Υπηρεσιών Υγείας και Εκπαίδευσης όπου διαπιστώνεται ιδιαίτερα μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό για παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας. Ωστόσο ο αριθμός των κτιρίων του τομέα των υπηρεσιών είναι κατά πολύ μικρότερος από εκείνον του οικιακού τομέα.

Ο σταθερά αυξανόμενος ρυθμός ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους των οικιακών κτιρίων την περίοδο 2030-2050 οδηγεί σε σταδιακή αύξηση του ποσοστού των ανακαινισμένων κτιρίων στο σύνολο του αποθέματος. Οι πολιτικές και τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας θα επιτύχουν μια διείσδυση επεμβάσεων από 4% το 2015 στο 23% του αποθέματος το 2030 και σε σχεδόν διπλασιασμό αυτού του ποσοστού το 2050 στα σενάρια της ΜΣ50.

Οι μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις ανακαίνισης στον οικιακό τομέα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθούν οι στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας δεδομένου ότι το ποσοστό νεόδμητων κτιρίων είναι μικρό και σχεδόν σταθερό σε όλη την περίοδο 2015-2050. Αντίθετα, στον τομέα των υπηρεσιών το ποσοστό των νέων κτιριακών κατασκευών ξεπερνάει το 50% μετά το 2035, περιορίζοντας το δυναμικό για ανακαινίσεις στο σύνολο του κτιριακού αποθέματος.

Το 2015 το σύνολο των νοικοκυριών προχώρησε σχεδόν αποκλειστικά σε ελαφριές ανακαινίσεις (κουφώματα), ενώ στα σενάρια κλιματικής ουδετερότητας αναμένεται ήδη από το 2030 αύξηση του ρυθμού αναβάθμισης μέτριου (κουφώματα, μόνωση κελύφους , στέγη) και ριζικού χαρακτήρα.

Σε όλες τις εισοδηματικές τάξεις ο μεγαλύτερος ρυθμός ανακαινίσεων θα είναι ελαφρού τύπου, αλλά στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα οι παρεμβάσεις θα είναι μεγαλύτερης έντασης.

Στα χαμηλά εισοδήματα ο αντίστοιχος ρυθμός μέτριας και ριζικής ανακαίνισης θα παραμείνει ιδιαίτερα χαμηλός, δεδομένου ότι απαιτούνται υψηλές δαπάνες σε εξοπλισμό, οι οποίες καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος και συνεπώς καθιστούν τις παρεμβάσεις αυτές μη προσιτές, χωρίς την παροχή οικονομικών κινήτρων και ελαφρύνσεων.

Αντίθετα , τα υψηλά και μεσαία εισοδήματα αναμένεται να έχουν πρόσβαση σε χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού και συνεπώς θα εκτιμηθούν ως περισσότερο συμφέρουσες οι επεμβάσεις μεγαλύτερης έντασης. Η παροχή επιδοτήσεων με εισοδηματικά κριτήρια για τη χρηματοδότηση ανακαινίσεων μπορεί να αποτελέσει εργαλείο για την υλοποίηση περισσότερων ριζικών παρεμβάσεων στις κατοικίες νοικοκυριών με χαμηλά εισοδήματα, που κατά κύριο λόγο είναι χαμηλής ενεργειακής τάξης.

6.1.3 Ανακαίνιση ενεργειακών συστημάτων κτιρίων

Σε συνδυασμό με την ανακαίνιση του κελύφους των κτιρίων, η ανακαίνιση των ενεργειακών συστημάτων για θέρμανση χώρου και νερού, και σε μικρότερο βαθμό για ψύξη και μαγείρεμα, είναι σημαντικός παράγοντας επίτευξης των στόχων ενεργειακής εξοικονόμησης.

Ενώ η αναβάθμιση του κτιριακού κελύφους εξασφαλίζει τη μείωση των ενεργειακών αναγκών για θέρμανση και ψύξη, η αναβάθμιση των ενεργειακών συστημάτων συντελεί στην περαιτέρω μείωση της ζήτησης ενέργειας λόγω της αύξησης της αποδοτικότητας του συστήματος, αλλά και στην εξασφάλιση σχεδόν μηδενικών εκπομπών μέσω της χρήσης μορφών ενέργειας μηδενικού ανθρακικού αποτυπώματος. Με τον συνδυασμό των δύο μορφών παρέμβασης, ο τομέας των κτιρίων μπορεί να συμβάλει στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα .

Συγκεκριμένα, η μετατροπή των ενεργειακών συστημάτων θέρμανσης αποτελεί προτεραιότητα στον οικιακό τομέα αφού το 2015 τα συστήματα θέρμανσης κατέλαβαν μερίδιο ίσο με το 61% της τελικής κατανάλωσης. Με τη χρήση περισσότερο αποδοτικών συστημάτων το μερίδιο αυτό θα μειωθεί το 2030 σε 51% σύμφωνα με το ΕΣΕΚ-2030.

Στα σενάρια της ΜΣ50 για το 2050, το μερίδιο της κατανάλωσης ενέργειας για θέρμανση θα μειωθεί φτάνοντας τιμή κοντά στο 30% ενώ το απόλυτο μέγεθος των ενεργειακών αναγκών θα μειωθεί πάνω από 60% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015. Ομοίως θα παρατηρηθεί μεγάλη μείωση στην ενεργειακή κατανάλωση για ζεστό νερό χρήσης, δεδομένων των πιο αποδοτικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται στα σενάρια της ΜΣ50.

Αντιθέτως, οι ενεργειακές ανάγκες για τη λειτουργία ηλεκτρικών συσκευών και φωτισμού θα αυξάνονται καθώς αυξάνονται το βιοτικό επίπεδο των νοικοκυριών και η ακόλουθη χρήση λευκών συσκευών και συσκευών τεχνολογίας και επικοινωνίας. Ταυτόχρονα, η αύξηση του βιοτικού επιπέδου και η αλλαγή των κλιματικών συνθηκών θα οδηγήσουν σε αύξηση των ενεργειακών αναγκών για ψύξη σε σχέση με το 2015 σε όλα τα σενάρια, παρά τις ενέργειες για αναβάθμιση στο κέλυφος των κτιρίων.

Τα εργαλεία πολιτικής για την ενεργειακή εξοικονόμηση των κτιρίων οδηγούν σε σημαντικές αλλαγές στα συστήματα θέρμανσης στα οικιακά κτίρια. Μετά το 2020 τα σενάρια του ΕΣΕΚ και της ΜΣ50 προβλέπουν οριστικό τερματισμό της χρήσης σόμπας υγρών και στερεών καυσίμων.

Από το 2030 και ύστερα υπάρχουν ριζικές αλλαγές στα συστήματα θέρμανσης, με σταδιακή κατάργηση των καυστήρων πετρελαίου δεδομένης της μεγάλης ανθρακικής τους έντασης και της χαμηλής απόδοσής τους. Προς το 2050, η χρήση πετρελαίου θέρμανσης σε καυστήρες και σόμπες θα αντικατασταθεί από πηγές ενέργειας πολύ χαμηλότερης ανθρακικής έντασης όπως το κλιματικά ουδέτερο συνθετικό αέριο, που χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στα σενάρια NC2 και N Cl.5, αλλά και τον ηλεκτρισμό που σε όλα τα σενάρια είναι πρακτικά μηδενικών εκπομπών μέχρι το 2050.

Ο ηλεκτρισμός χρησιμοποιείται σε συστήματα αυξημένης αποδοτικότητας όπως οι αντλίες θερμότητας και όχι πλέον σε μεμονωμένα ηλεκτρικά σώματα χαμηλής απόδοσης. Μετά το 2030, οι αντλίες θερμότητας θα εξυπηρετούν και τις ανάγκες ψύξης των χώρων σε συνδυασμό με τις χαμηλότερης απόδοσης μονάδες κλιματισμού. Ομοίως, οι ανάγκες για ζεστό νερό χρήσης δεν θα καλύπτονται από ηλεκτρικούς θερμοσίφωνες λόγω της χαμηλής τους απόδοσης, αλλά από σταδιακά αυξανόμενη χρήση ΑΠ Ε μέσω ηλιακών θερμοσίφωνων.

6.1.4 Εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα

Τα μέτρα και οι πολιτικές που οδηγούν στην ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού τομέα έχουν ως αποτέλεσμα σημαντικές μειώσεις των αντίστοιχων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2) σε όλα τα σενάρια. Συγκεκριμένα, το 2030 στο σενάριο του ΕΣΕΚ-2030 θα σημειωθεί με ίωση 50% σε σχέση με τα επίπεδα του 2015 .

Κατά την περίοδο 2030-2050 θα επιτευχθούν σταδιακές περαιτέρω μειώσεις εκπομπών λόγω της μείωσης της συνολικής τελικής κατανάλωσης ενέργειας, αλλά κυρίως λόγω της με ίωσης ή και μηδενισμού της ανθρακικής έντασης της καταναλισκόμενης ενέργειας.

Ιδιαίτερα, η διείσδυση καθαρού ηλεκτρισμού και νέων, κλιματικά ουδέτερων συνθετικών καυσίμων θα επιτρέψει ριζικές μειώσεις του επιπέδου εκπομπών του κτιριακού τομέα. Στο Σχήμα 28 φαίνεται ότι το 2050 η μείωση των εκπομπών θα φτάσει σχεδόν το 100% στα δύο σενάρια της επίτευξης του 1.5°C.

6.2 ΣΥΝΔΕΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΣΕΝΑΡΙΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΠΟΔΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ

Λαμβάνοντας υπ’ όψιv τα αποτελέσματα της τεχνικό-οικονομικής μελέτης σχετικά με τη βέλτιστη (από την πλευρά κόστους-οφέλους- Κεφάλαιο 4) επιλογή τωv επεμβάσεων αvά τύπο κτιρίου (κατοικίας ή κτιρίου του τριτογενούς τομέα), μπορούμε να αξιολογήσουμε τηv επίδοση τωv σεναρίων που μελετούν την Μακροπρόθεσμη Στρατηγική Ανακαίνισης (Κεφάλαιο 6.1 ).

Τεχνικές μελέτες υποδεικνύουv ότι η αναβάθμιση μόνο του κτιριακού κελύφους μπορεί vα συνεισφέρει σημαντικά στη συνολική εξοικονόμηση ενέργειας του κτιρίου, σε ποσοστά που μπορούν vα κυμαίνονται από 25% μέχρι και 75% της συνολικής εξοικονομούμενης ενέργειας από μερική ή ριζική ανακαίνιση του κτιρίου, ανάλογα με τηv κλιματική ζώνη και τη χρήση του.

Συγκεκριμένα σχετικά με τη δυνητική εξοικονόμηση ενέργειας βάσει στόχου κατάταξης κτιρίων σε σχέση με τη μέση κατανάλωση του κτιριακού αποθέματος  και των ανωτέρω αναφερθέντων ορίων ενεργειακής εξοικονόμησης μόνο από τη συνεισφορά της ενεργειακής αναβάθμισης του κτιριακού κελύφους, προκύπτει ο Πίνακας 14, που παρουσιάζει τα όρια εξοικονόμησης ενέργειας από τηv ενεργειακή αναβάθμιση του κελύφους (σε σχέση με τη μέση ενεργειακή κατανάλωση του κτιριακού αποθέματος), τα οποία, εάν επιτευχθούν, μπορούν να οδηγήσουν σε κτίρια ενεργειακών κλάσεων Β έως Α+ (δηλαδή σε κτίρια μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας ΚΣΜΚΕ που αποτελούν τον στόχο της ανακαίνισης κτιρίων).

Ήδη μέχρι το 2030, η μέση εξοικονόμηση ενέργειας από την αναβάθμιση του κελύφους θα συμβαδίζει με τις απαιτήσεις κατανάλωσης ενέργειας ΚΣΜΚΕ. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο ποσοστό του κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα ανήκει στη Β κλιματική ζώνη, η μέση εξοικονόμηση ενέργειας από την αναβάθμιση του κτιριακού κελύφους τόσο στα κτίρια κατοικίας όσο και στα κτίρια του τριτογενούς τομέα βρίσκεται για όλα τα σενάρια της ΜΣ50 εντός των ορίων που προβλέπονται από τη μελέτη του βέλτιστου επιπέδου κόστους-οφέλους.

Ειδικά τα σενάρια κλιματικής ουδετερότητας (EE1.5 και NC1.5) αλλά και το σενάριο 2oC που στοχεύει στην ενεργειακή εξοικονόμηση (ΕΕ2) και τα οποία είναι και τα πιο φιλόδοξα αναφορικά με τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας πλησιάζουν τα ανώτερα όρια εξοικονόμησης. Από αυτό συνάγεται το συμπέρασμα ότι κατά μέσο όρο στα εν λόγω σενάρια τα κτίρια που έχουν υποστεί ενεργειακή αναβάθμιση (τουλάχιστον του κελύφους τους) θα είναι ενεργειακής κλάσης Α+ μέχρι το 2050.

Αυτό προκύπτει παρατηρώντας με λεπτομέρεια και το ποσοστό εξοικονόμησης ενέργειας ανά ηλικία των παλαιών κτιρίων που έχουν αναβαθμιστεί ενεργειακά στα διάφορα σενάρια . Συγκεκριμένα, οι επεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους στα πολύ αισιόδοξα σενάρια (ΕΕ2, NC1.5 και EE1.5) οδηγούν μέχρι το 2050 σε κτιριακό απόθεμα τέτοιο όπου:

τα πολύ παλαιά κτίρια (δηλαδή τα κτίρια που έχουν κατασκευαστεί μέχρι το 1960) που έχουν αναβαθμιστεί ενεργειακά να χαρακτηρίζονται κλάσης Α+,

τα κτίρια μεσαίας ηλικίας (δηλαδή τα κτίρια που είχαν κατασκευαστεί μεταξύ 1961 και 1990), να χαρακτηρίζονται κλάσης Α/Α+ και

τα νεότερα κτίρια, που ούτως ή αλλιώς πληρούν πολύ αυστηρές προδιαγραφές από την κατασκευή τους να είναι τουλάχιστον ενεργειακής κλάσης Β+.

Πέραν της αναβάθμισης του κτιριακού κελύφους, στα βέλτιστα σενάρια χρηματοοικονομικού υπολογισμού ορίζεται και το σύστημα θέρμανσης/ ψύξης εκείνο, που οδηγεί σε κτίριο το οποίο πληροί τις ελάχιστες προδιαγραφές του ΚΕΝΑΚ.

Τα σενάρια της ΜΣSΟ συμβαδίζουν με τα βέλτιστα σενάρια χρηματοοικονομικού υπολογισμού και, όπως φαίνεται και στα αποτελέσματα των σεναρίων, οι επικρατούσες τεχνολογίες θέρμανσης για τα κτίρια του οικιακού τομέα είναι οι λέβητες αεριού (συμβατικής τεχνολογίας και τεχνολογίας συμπύκνωσης) και οι αντλίες θερμότητας. Για τα κτίρια του τριτογενούς τομέα οι Κεντρικές Κλιματιστικές Μονάδες (ΚΚΜ), συμπεριλαμβανομένων και των αντλιών θερμότητας επικρατούν των υπολοίπων συστημάτων θέρμανσης.

Τέλος, η διείσδυση των ηλιοθερμικών για ζεστό νερό χρήσης (ΖΝΧ) είναι σημαντική, όπως προκύπτει και από τα βέλτιστα σενάρια χρηματοοικονομικού υπολογισμού, ιδιαίτερα στα κτίρια κατοικίας, όπου τουλάχιστον 77% των κτιρίων κατοικίας θα είναι εξοπλισμένα με ηλιακούς θερμοσίφωνες για την υποβοήθηση της παραγωγής ΖΝΧ στα σενάρια της ΜΣ50 μέχρι το 2050.

6.2.1 Επενδυτικές δαπάνες για ενεργειακή εξοικονόμηση στα κτίρια

Τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης του κτιριακού αποθέματος των σεναρίων της ΜΣ50 απαιτούν σημαντικού ύψους επενδύσεις τόσο για την ανακαίνιση του κελύφους όσο και για την αγορά νέων αποδοτικών συσκευών και ενεργειακών συστημάτων. Στον οικιακό τομέα το συνολικό μέσο ετήσιο κόστος θα αυξηθεί, σε σχέση με το 2015, τόσο το 2030 όσο και το 2050 σε όλα τα σενάρια.

Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στη μεγάλη αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης κεφαλαίου (CAPEX) από την αγορά νέων ενεργειακών συστημάτων και συσκευών. Οι δαπάνες για ολοένα και αποδοτικότερες συσκευές τηλεπικοινωνίας, ψυχαγωγίας και Η/Υ (άλλες συσκευές) αυξάνονται σημαντικά στον χρόνο και συντελούν καθοριστικά στην αύξηση των ενεργειακών δαπανών.

Παράλληλα, σε σχέση με το 2015, θα αυξηθούν σημαντικά και οι δαπάνες για λευκές συσκευές αφού επιτυγχάνεται περαιτέρω διείσδυση συσκευών στα νοικοκυριά. Βασικοί παράγοντες που οδηγούν στην αύξηση των δαπανών για συσκευές είναι η περαιτέρω ψηφιοποίηση, καθώς και η αύξηση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών και της επιφάνειας των οικιακών κτιρίων.

Το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης κεφαλαίου για συστήματα θέρμανσης και ψύξης σχεδόν θα διπλασιαστεί το 2050 σε σχέση με το 2015 σε όλα τα σενάρια της ΜΣ50, ωστόσο είναι πολύ μικρότερο από το συνολικό αντίστοιχο κόστος για συσκευές παρά το μεγαλύτερο μοναδιαίο κόστος τους, δεδομένου ότι τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη διάρκεια ζωής.

Σε αντίθεση με τις δαπάνες για συσκευές και ενεργειακά συστήματα, οι δαπάνες για αγορά ενέργειας (ΟΡΕΧ) (ηλεκτρισμού ή καυσίμων) μειώνονται σε όλα τα σενάρια μετά το 2035, ωστόσο όχι σε βαθμό ανάλογο με την μείωση της κατανάλωσης ενέργειας αφού οι νέες μορφές ενέργειας, χαμηλότερης ανθρακικής έντασης που χρησιμοποιούνται στο σύστημα θα έχουν υψηλότερο κόστος σε σχέση με το 2050 (π.χ. ηλεκτρισμός, συνθετικό αέριο).

Το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης κεφαλαίου από τις επενδύσεις στην ανακαίνιση κελύφους θα αυξηθεί σημαντικά κατά την περίοδο 2030-2050, αλλά θα παραμείνει ένα μικρό μερίδιο της συνολικής δαπάνης των νοικοκυριών . Στον τομέα των υπηρεσιών, θα σημειωθεί εξίσου μεγάλη αύξηση των δαπανών για συσκευές και ενεργειακά συστήματα, ωστόσο η μείωση για δαπάνες καυσίμων και ηλεκτρισμού θα είναι μικρότερη από αυτή του οικιακού τομέα.

6.3 ΟΔΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΗΣΗ ΣΤΑ ΚΤΙΡΙΑ

Τα αποτελέσματα των σεναρίων της ΜΣ50 διαμορφώνουν έναν οδικό χάρτη για την επίτευξη μεγάλης κλίμακας εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια μέχρι το 2050. Ο οδικός χάρτης περιγράφει μια σειρά μέτρων και πολιτικών, που αφορούν κυρίως στον οικιακό, αλλά και τον τριτογενή τομέα και περιγράφονται αναλυτικά στο Κεφάλαιο 6. Επίσης, ο οδικός χάρτης περιλαμβάνει ποσοτικούς δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου εφαρμογής των μέτρων και πολιτικών , καθώς και χρονικά ορόσημα επίτευξής τους.

προκειμένου το 2050 το κτιριακό απόθεμα να συμβαδίζει με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας, πρέπει ήδη από το 2030, η τελική κατανάλωση ενέργειας στα κτίρια να μειωθεί κατά 8% σε σχέση με το 2015 και το ποσοστό αυτό να αγγίξει το 40% το 2050 (Σχήμα 32). Πέραν του οφέλους που η ενεργειακή εξοικονόμηση αυτού του μεγέθους θα έχει για το περιβάλλον και την οικονομία (νέες θέσεις εργασίας κ.ά.), σημαντικοί θα είναι και οι πόροι που θα εξοικονομηθούν από τη μείωση του ποσού που απαιτείται ετησίως για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών κατά βάση των νοικοκυριών.

Βέβαια, καθώς οι επενδύσεις που απαιτούνται για να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι είναι σημαντικές, και η εύρεση του απαιτούμενου αρχικού κεφαλαίου αποτελεί βασικό εμπόδιο, προκρίνεται η μόχλευση χρηματοδοτήσεων για την κινητοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων, προκειμένου εν τέλει, τα νοικοκυριά πρωτίστως, αλλά και ο τομέας των υπηρεσιών, να μπορούν να επιτύχουν τα απαραίτητα ποσοστά εξοικονόμησης ενέργειας.

Για την επίτευξη των υψηλών ποσοστών εξοικονόμησης ενέργειας που θέτει η Μακροπρόθεσμη Στρατηγική Ανακαίνισης πρέπει κατ’ αρχάς να τεθούν συγκεκριμένοι στόχοι για την ενεργειακή αναβάθμιση του κελύφους των κτιρίων.

Οι επεμβάσεις αυτές αφενός είναι μεγαλύτερης έντασης κεφαλαίου, αφετέρου συνεισφέρουν κατά μεγαλύτερο ποσοστό στην τελική εξοικονόμηση ενέργειας. Επιπλέον, οι επεμβάσεις στο κέλυφος συνοδεύονται και από άλλα οφέλη, όπως τη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσα στο κτίριο και την επίτευξη συνθηκών θερμικής άνεσης σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.

Παράλληλα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ειδικά στον οικιακό τομέα -που ευθύνεται και για το μεγαλύτερο μερίδιο της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στα κτίρια – ο ρυθμός κατασκευής νέων κτιρίων είναι σχετικά μικρός και αναμένεται να διατηρηθεί χαμηλός στο μέλλον, η ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών κτιρίων είναι πολύ μεγάλης σημασίας. Συνεπώς θα πρέπει ήδη μέχρι το 2030 να έχει αναβαθμιστεί ενεργειακά το κέλυφος του 23% των παλαιών κτιρίων κατοικίας, ενώ το ποσοστό αυτό θα πρέπει να διπλασιαστεί σχεδόν μέχρι το 2040 για να φτάσει στο 50% το 2050.

Οι αντίστοιχοι στόχοι για τον τομέα των υπηρεσιών είναι χαμηλότεροι επειδή ο ρυθμός κατασκευής νέων – και συνεπώς σύμφωνων με τους Κανονισμούς Ενεργειακής Κατανάλωσης – κτιρίων είναι σημαντικά μεγαλύτερος στον τομέα αυτό και άρα το δυναμικό ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους των παλαιών κτιρίων είναι σαφώς μικρότερο.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή αναβάθμιση του κελύφους των κτιρίων θα πρέπει να συνοδεύεται και από αλλαγή του μείγματος της ενέργειας που χρησιμοποιείται σε αυτά, ώστε το κτιριακό απόθεμα να πλησιάσει το 2050 προδιαγραφές σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας, δηλαδή να αποτελείται από κτίρια με πολύ υψηλή ενεργειακή απόδοση, των οποίων η σχεδόν μηδενική ή πολύ χαμηλή ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών, να αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από ΑΠΕ χρησιμοποιούμενες είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω αντλιών θερμότητας.

Ως εκ τούτου θα πρέπει, μέχρι το 2040, το 21% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας για θέρμανση στον οικιακό τομέα να καλύπτεται από αντλίες θερμότητας, ποσοστό που μέχρι το 2050 θα πρέπει να φτάσει στο 50%. Παράλληλα, η διείσδυση των ηλιακών θερμοσιφώνων για ΖΝΧ θα πρέπει να είναι τέτοια, που το 86% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας για ΖΝΧ να καλύπτεται από ηλιοθερμικά το 2040 και το αντίστοιχο ποσοστό το 2050 να φτάσει το 92% (Σχήμα 32).

Για την επίτευξη των ανωτέρω, απαιτούνται συνεχείς δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης αλλά και σημαντικά κίνητρα (οικονομικά , πολεοδομικά, φορολογικά), που θα καλλιεργήσουν την αλλαγή της ενεργειακής συμπεριφοράς των πολιτών.

Διαβάστε εδώ το σχετικό ΦΕΚ με το πλήρες κείμενο της έκθεσης

Advertisement href="https://tuvaustriahellas.gr/ypiresies/?service=ypodomon#service-container" target="_blank">

Facebook

Ετικέτες

δημοφιλη θεματα