Ζαχαρίας
Αθουσάκης

Άρθρο του Ζαχαρία Αθουσάκη, Πρόεδρος του ΣΑΤΕ, για τα προβλήματα και τις κρίσιμες επιλογές στον κατασκευαστικό κλάδο.

Προβλήματα που πρέπει να ξεπεραστούν και κρίσιμες επιλογές για το μέλλον.

Όλοι γνωρίζουμε ότι η επιλογή επιχειρηματικής δραστηριοποίησης στην Ελλάδα, είναι ιδιαίτερα επισφαλής καθώς υπάρχουν χιλιάδες παραδείγματα αποτρεπτικής νομοθεσίας, περιττής γραφειοκρατίας και παράλογης φορολογικής νομοθεσίας.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες – όχι με τον καλύτερο δυνατό συντονισμό – αυτή η πραγματικότητα να αλλάξει. Ωστόσο στον κατασκευαστικό κλάδο – και ειδικά στο κομμάτι των δημοσίων έργων – διαπιστώνω ότι ακολουθείται η αντίστροφη πορεία αφού καθημερινά προβλήματα που θα έπρεπε προ πολλού να έχουν εξομαλυνθεί και να μην απαιτούν από τους επιχειρηματίες εργολήπτες και τους συνεργάτες τους να σπαταλούν ούτε ένα λεπτό από τον χρόνο τους στην επίλυσή τους συνεχίζουν να μας ταλαιπωρούν δυσχεραίνοντας αναίτια την άσκηση της εργοληπτικής επιχειρηματικότητας στην χώρα.

Η χρονική υστέρηση μεταξύ εκτέλεσης των τεχνικών εργασιών και της πληρωμής τους εκτιμάται ότι πλέον έχει ξεπεράσει τους επτά μήνες, σε αρκετά χρηματοδοτικά προγράμματα. Η συνθήκη αυτή συνδυασμένη με το γεγονός ότι η τραπεζική χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων εργοληπτικών εταιρειών είναι ουσιαστικά κλειστή καθώς και με την υπέρογκη αύξηση των τιμών των δομικών υλικών, της εργασίας και της ενέργειας, που παρατηρούνται συνεχώς τα τελευταία έτη, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες ρευστότητας σε ένα σημαντικό τμήμα του κλάδου που βρίσκεται – χωρίς ευθύνη του – μπροστά στο ενδεχόμενο να μην μπορεί να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του όπως: απόδοση ΦΠΑ που δεν έχει εισπραχθεί, πληρωμή μισθών και ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένων και συνεργατών, καταβολή αμοιβών προμηθευτών, επιβαρύνσεις εγγυητικών επιστολών και επιχειρηματικών δανείων κ.ο.κ. διακινδυνεύοντας τόσο την ολοκλήρωση των έργων όσο και τη βιωσιμότητα των εταιρειών.

Η αναθεώρηση των βασικών τιμών κατά την εκτέλεση δημοσίων έργων είναι θεσμός αναγκαστικού δικαίου και αποσκοπεί στην διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος και στην, σε κάποιο βαθμό, αποκατάσταση της ζημίας του αναδόχου, που προκαλείται από την αύξηση των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Δηλαδή, η αναθεώρηση θεσμοθετήθηκε για να εξασφαλισθεί η ολοκλήρωση των έργων αλλά ταυτόχρονα αποτελεί στοιχειώδη έκφανση του δικαιώματος σεβασμού και προστασίας της περιουσίας του αναδόχου. Μέχρι το 2012 λειτουργούσε απρόσκοπτα ο μηχανισμός της αναθεώρησης ωστόσο οι πρωτόγνωρες συνθήκες της περιόδου εφαρμογής των μνημονίων στην χώρα οδήγησαν στην αναστολή λειτουργίας του εν λόγω μηχανισμού. Με δεδομένες τις επιπτώσεις που επέφερε στο επίπεδο τιμών η πανδημία λόγω Covid-19 και εν συνεχεία ο πόλεμος στην Ουκρανία κατέστη σαφές – για μία ακόμη φορά – ότι πρέπει να λειτουργεί ένας μόνιμος και δίκαιος μηχανισμός αναθεώρησης των τιμών των δημοσίων συμβάσεων έργων. Παρότι έγινε μία προσπάθεια να αξιοποιηθεί η πρόβλεψη του νομοθέτη για έκδοση Υπουργικών Αποφάσεων σε περιόδους έκτακτων συμβάντων – όπως εύλογα θεωρήθηκε ο πόλεμος Ουκρανίας – Ρωσίας – αυτή ήταν αποσπασματική και μέχρι και σήμερα ελλιπής αφού δεν έχουν ακόμη εκδοθεί συντελεστές αναθεώρησης των συμβάσεων – άρα δεν έχει καταβληθεί η νόμιμη αναθεώρηση – από το 1ο τρίμηνο 2022 και εντεύθεν, που θα αποζημίωνε για τις πολύ μεγάλες αυξήσεις στο κόστος κατασκευής των έργων.

Σημειώνω ότι ήδη από το 2023 θα έπρεπε να λειτουργεί η Εταιρεία Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών, η οποία θεσμοθετήθηκε μεν από το Υπουργείο το 2021 σε συνεργασία με τις οργανώσεις του κλάδου αλλά ακόμη δεν έχει ενεργοποιηθεί, με υπαιτιότητα του Υπουργείου, παρά τις προβλέψεις της ΚΥΑ που υπογράφτηκε το 2022. Κατώτερη των προσδοκιών του κλάδου εμφανίστηκαν οι ηγεσίες του Υπουργείου Υποδομών και στο πεδίο ρύθμισης της ανταγωνιστικής λειτουργίας της αγοράς με την πενταετή καθυστέρηση ισχύος του προεδρικού διατάγματος περί των Μητρώων (ΠΔ 71/2019). Ως ΣΑΤΕ πιθανολογήσαμε ότι αυτή η επιλογή ενδέχεται και να οφείλεται στην πιθανότητα περαιτέρω διατήρησης «κεκτημένων» δικαιωμάτων ολίγων. Θεωρώ ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό το παραπάνω ενδεχόμενο είναι πραγματικό αφού παρά την θέσπιση λειτουργίας του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος των Μητρώων Τεχνικών Έργων στις 2-5-2024 στην ουσία πρόκειται για ένα ανεπαρκέστατο πληροφοριακό σύστημα που αδυνατεί – σχεδόν ένα χρόνο μετά την παραλαβή του – να υποδεχθεί τις αιτήσεις επανάκρισης των εργοληπτικών εταιρειών, που αναγκάζει το Υπουργείο να θεσμοθετεί αλλεπάλληλες χρονικές παρατάσεις κατάθεσης δικαιολογητικών λόγω τεχνικών αδυναμιών και ασυμβατότητας με τις προβλέψεις του ΠΔ 71/2019 και που εν τέλει έχει ταλαιπωρήσει επί ένα έτος το σύνολο των 4.500 ενεργών εργοληπτικών επιχειρήσεων (εταιρικών και ατομικών) και των απασχολούμενων σε αυτές με τις αδικαιολόγητες αστοχίες του.

Παράλληλα με τα τεχνικής φύσης ζητήματα καμία πρόοδος δεν έχει σημειωθεί και στις απαραίτητες θεσμικές συμπληρώσεις του ΠΔ 71/2019 με κυριότερη τη συμπλήρωση των προβλέψεων του άρθρου 50 από σαφή περιγραφή ενός αυστηρού πλαισίου με το οποίο οι δάνειες εμπειρίες κύκλου εργασιών, χρηματοδοτικής και τεχνικής ικανότητας τρίτων φορέων για σύσταση ή αναβάθμιση εταιρειών θα αποδεικνύεται ότι πράγματι δεσμεύονται για λογαριασμό τους, καθώς και ποινές στην περίπτωση που αυτές οι προβλέψεις δεν τηρηθούν. Σήμερα, συνυπάρχουν στον κλάδο υγιείς εργοληπτικές επιχειρήσεις που καλούνται να ασκήσουν την επιχειρηματικότητά τους σε ένα μη ρυθμισμένο περιβάλλον μαζί με επιχειρήσεις που δεν έχουν κριθεί επί 9 έτη και η Πολιτεία τις κρίνει επι της αρχής ικανές να συναγωνίζονται τις πρώτες!

Διαχρονικά προβληματική αναδεικνύεται και η ροή δημοπράτησης δημοσίων έργων στην χώρα. Πρόσφατα διαπιστώθηκε μία συσσώρευση δημοπρατήσεων το έτος 2023, ως αποτέλεσμα υπερδέσμευσης του ορίου πιστώσεων του ΠΔΕ (overbooking) τόσο για έργα του ΕΣΠΑ όσο και για έργα άλλων χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Θυμίζω ότι το 2023 δημοπρατήθηκαν τα τελευταία έργα του ΕΣΠΑ 2014-2020, τα πρώτα έργα του ΕΣΠΑ 2021-2027 και «έτρεξε» και το Ταμείο Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας. Η έλλειψη επαρκούς σχεδιασμού ροής δημοπράτησης των δύο ΕΣΠΑ δημιούργησε το φαινόμενο το έτος 2023 να έχουμε 1.312 δημοπρατήσεις έργων άνω του 1 εκατ. ευρώ έναντι 877 του 2022 και 659 του 2024 με αποτέλεσμα οι εργοληπτικές επιχειρήσεις να πρέπει να ολοκληρώσουν τα έργα αυξάνοντας το προσωπικό τους και τις επενδύσεις τους χωρίς να έχει διασφαλιστεί ότι θα υπάρχει μία συνέχεια στη ροή των έργων προς δημοπράτηση.

Οι συνθήκες αυτές δεν αφορούν όλες τις εργοληπτικές επιχειρήσεις αφού από τα στοιχεία που ανακοινώνουν οι τέσσερις μεγάλες εταιρείες του κλάδου φαίνεται ότι έχουν καταφέρει να διασφαλίσουν σημαντικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο, σχεδόν 20 δις ευρώ, σε πλήρη αντίθεση δηλαδή με τις υπόλοιπες εταιρείες του κλάδου που θα αναγκαστούν, για ακόμη μία φορά, σε αποεπένδυση ανθρώπινου δυναμικού και εξοπλισμού, αφού δεν θα έχουν έργα προς εκτέλεση. Προφανώς, η προοπτική διάλυσης και εξαφάνισης των μικρομεσαίων εργοληπτικών επιχειρήσεων δεν είναι μία ευχάριστη εξέλιξη ούτε για τον κλάδο ούτε για την ελληνική οικονομία και τις τοπικές κοινωνίες.

Ο ανταγωνισμός που διαπιστώνουμε να υπάρχει μεταξύ των εταιρειών 6ης τάξης και κάτω είναι στην κυριολεξία αδυσώπητος συγκριτικά με αυτόν που βιώνουν οι μεγάλοι εργοληπτικοί όμιλοι της 7ης τάξης, χαρακτηρίζεται δε από μεγάλες εκπτώσεις, συμπίεση του περιθωρίου κέρδους και εν τέλει αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων και μη προβλεπόμενων καταστάσεων όπου είναι και ο κανόνας κατά την κατασκευή τεχνικών έργων. Σχετική είναι και η διαπίστωση περί προβλημάτων στρέβλωσης του ανταγωνισμού στις δημοπρασίες με την ύπαρξη μη διαφανών διαδικασιών κυρίως στις περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, στις οποίες πολύ συχνά γίνεται κατάχρηση της δυνατότητας πρόσκλησης περιορισμένου αριθμού εταιρειών, ακόμη και δύο έτη μετά την εμφάνιση των φαινομένων, στις περιπτώσεις ευρείας χρήσης μη αντικειμενικών κριτηρίων του άρθρου 86 του Ν.4412/2016 ελλείψει της σχετικής υπουργικής απόφασης που προβλέπεται ότι θα καθορίζει τα σχετικά κριτήρια καθώς και στις περιπτώσεις εγκεκριμένων ή μη φωτογραφικών όρων στις διακηρύξεις. Κατά την άποψή μου τα παραπάνω συνιστούν τις άμεσες προκλήσεις στις οποίες καλείται η Πολιτεία να ανταπεξέλθει.

Παράλληλα ωστόσο ο κλάδος θα πρέπει να στοχεύσει σε εκείνον τον παραγωγικό και επιχειρηματικό ανασχεδιασμό του που να μην εξαρτά – σε υπερβολικό βαθμό – τη βιωσιμότητά του, την επιτυχημένη ή την λιγότερο επιτυχημένη εξέλιξή του από την πορεία της ελληνικής οικονομίας και των διακυμάνσεών της. Δεν είναι κάτι απλό και σίγουρα δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε το ευχολόγιο περί αξιοποίησης της ευκαιρίας που δόθηκε στο Β’ και Γ’ ΚΠΣ, της ευκαιρίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και σήμερα της ευκαιρίας του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας κλπ.

Προς τούτο θα πρέπει να δρομολογηθούν οι ακόλουθες στρατηγικές επιλογές :

Εθνικός Στρατηγικός Σχεδιασμός Υποδομών και Κατασκευών στον οποίο θα τίθενται προτεραιότητες, θα καθορίζονται οι προγραμματισμένες και οι προβλεπόμενες επενδύσεις σε μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές υποδομές, θα εξειδικεύονται οι πόροι χρηματοδότησης για κρίσιμα έργα υποδομής, περιλαμβανομένης της συντήρησής τους, και θα προσδιορίζονται οι ανάγκες εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων για την υλοποίησή τους. Το εθνικό σχέδιο υποδομών θα παρέχει σημαντική υποστήριξη στον κατασκευαστικό τομέα, βοηθώντας τον στον τεκμηριωμένο επιχειρησιακό σχεδιασμό και στην υλοποίηση των απαιτούμενων επενδύσεων σε δεξιότητες και βελτίωση της παραγωγικότητας.

Η συστηματική συνεργασία Πολιτείας, Κλάδου, Χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων, Υπουργείου Εξωτερικών και Ακαδημαϊκής κοινότητας θα προσδώσει εκείνη την δυναμική και τα εχέγγυα για την εξωστρέφεια, τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή του κλάδου (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) στις σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις και τις απαιτήσεις και την προετοιμασία του για τη μετάβαση στη νέα ψηφιακή εποχή που ήδη διαμορφώνεται

ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΕΤΕ

  • Ακολουθήστε το ypodomes.com στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις για τις υποδομές στην Ελλάδα
  • Αν είστε επαγγελματίας του κλάδου, ακολουθήστε μας στο LinkedIn
  • Εγγραφείτε στο Ypodomes Web TV